ETF: iShares JPMorgan USD Emerg Markets Bond

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Goldman Sachs: Πιθανό ένα νέο LTRO από την ΕΚΤ


Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις, οι οποίες, αν και διακριτές μεταξύ τους, αλληλεπιδρούν με τρόπο που περιπλέκει τον σχεδιασμό της πολιτικής της ΕΚΤ, σχολιάζει σε έκθεσή της, με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου 2013, η Goldman Sachs.

Οι προκλήσεις αυτές είναι: 1) η στήριξη της «εμβρυικής» ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη, 2) η αντιμετώπιση των συνθηκών περιορισμένης ρευστότητας των τραπεζών (κάτι που απειλεί να ωθήσει τα επιτόκια προς υψηλότερα επίπεδα και να εκτροχιάσει την εκκολαπτόμενη ανάκαμψη) και 3) η επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής αγοράς καταναλωτικής πίστης μέσα από το «ξεκαθάρισμα» των τραπεζικών ισολογισμών, κάτι που πρέπει να γίνει πριν η ΕΚΤ αναλάβει τις εποπτικές της αρμοδιότητες.

Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, η ΕΚΤ θα πρέπει να σχεδιάσει και να εφαρμόσει στοχευμένες λύσεις, «χειρουργικής ακρίβειας», σχολιάζουν χαρακτηριστικά οι αναλυτές της Goldman Sachs. Λύσεις που ακριβώς αυτής της ακρίβειας εκτιμάται ότι έχουν τη δυνατότητα να είναι και οι πιο αποτελεσματικές, ελαχιστοποιώντας ενδεχόμενες «παρενέργειες».

Ωστόσο, αναφέρουν οι συντάκτες της έκθεσης, τέτοια μέτρα είναι μάλλον δύσκολο να προκύψουν, λόγω των ιδιαιτεροτήτων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Με δεδομένες τις αποκλίνουσες απόψεις μεταξύ των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, και την προσπάθεια οι αποφάσεις να λαμβάνονται με ευρεία συναίνεση, τέτοια μέτρα στοχευμένης πολιτικής είναι μάλλον δύσκολο να βρουν την απαραίτητη στήριξη καθώς κάποια από αυτά ενδεχομένως θα επιλύουν ένα πρόβλημα, το οποίο από κάποιους θα αξιολογείται ως λιγότερο σημαντικό σε σχέση με άλλα.

Έτσι, όπως προκύπτει από την μέχρι στιγμής εμπειρία, το πιο πιθανό είναι ότι θα προτιμηθούν μέτρα που μπορούν να αποσπάσουν αυτή την ευρεία συναίνεση, ακόμα και αν είναι γνωστό ότι είναι λιγότερο αποτελεσματικά.

Η Goldman Sachs εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε ένα ακόμα μακροπρόθεσμο LTRO, ένα πρόγραμμα δηλαδή μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης των τραπεζών της Ευρωζώνης του οποίου είναι πιθανό να προηγηθεί μία μείωση στο βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης. Ένα τέτοιο πρόγραμμα, που θα παρέχει φθηνά δάνεια με διάρκεια μεγαλύτερη ίσως των τριών ετών όπως ισχύει σήμερα, μπορεί να παρουσιαστεί ως υποστηρικτικό της ανάπτυξης και ταυτόχρονα επωφελές για την ενίσχυση της ρευστότητας, αν και υπάρχουν πολύ καλύτεροι τρόποι να απομονωθεί ο ένας στόχος από τον άλλο.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι προ ημερών ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Γαλλίας, Christian Noyer, σχολίαζε ότι δεν υπάρχει ανάγκη για νέο LTRO στην Ευρωζώνη και ότι, εν τέλει, αν παραστεί ανάγκη η ΕΚΤ μπορεί να χρησιμοποιήσει και άλλα εργαλεία.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

H ζωή μετά τον Bill Gross



Η εταιρεία - κολοσσός «απογαλακτίζεται» από τον 69χρονο ιδρυτή της, που τη βοήθησε να γίνει ένα fund διαχείρισης παγίων 2 τρις. δολαρίων



Pimco και Bill Gross: Μήπως ήρθε η ώρα να τραβήξουν χωριστούς δρόμους; Το κορυφαίο ομολογιακό fund Pacific Investment Management Co. μοιάζει να εξαρτάται ολοένα και λιγότερο από τον 69χρονο ιδρυτή του, καθώς προετοιμάζεται για ένα μέλλον χωρίς αυτόν. Ο Gross, ο οποίος ξεκίνησε το fund το 1971 με ακόμα δυο άτομα, έγινε ένα με την Pimco στη διάρκεια των τελευταίων 40 ετών, κερδίζοντας τον τίτλο «Ο βασιλιάς των ομολόγων».

Η εταιρεία των 2 τρισ. δολαρίων «προγυμνάζει» νέους διαχειριστές και αρχίζει να δοκιμάζει την τύχη της στις μετοχές, καθώς το επενδυτικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τα παραδοσιακά αμερικανικά ομολογιακά funds σε αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων.

«Η Pimco έχει προσπαθήσει να αποκολληθεί από τον Gross και να αποκτήσει έναν πιο θεσμικό ρόλο», σχολιάζει ο Burton Greenwald, σύμβουλος του κλάδου με έδρα τη Φιλαδέλφεια. Οποιαδήποτε αλλαγή μπορεί να είναι επικίνδυνη για μια εταιρεία που βασίζεται σε έναν μοναδικό διαχειριστή/Οταν η διαχειρίστρια κεφαλαίων TCW Group απέλυσε τον επικεφαλής επενδύσεων Jeffrey Gundlach, τον Δεκέμβριο του 2009, οι πελάτες απέσυραν κεφάλαια ύψους περίπου 25 δισ. δολαρίων, σχεδόν το ένα τέταρτο των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης. Είκοσι μήνες αργότερα, το τότεTCW Total Return Bond Fund είχε συρρικνωθεί κατά περισσότερο από το ήμισυ. Σήμερα ο Gundlach έχει αναλάβει επικεφαλής διαχειριστής της DoubleLine Capital.

Η Pimco, που ανήκει στη γερμανική ασφαλιστική εταιρεία Allianz, επιχείρησε να περιορίσει αυτόν τον κίνδυνο, εντάσσοντας το 2008 στο δυναμικό της τον Mohamed El-Erian, για να αναλάβει καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου και να μοιραστεί τον ρόλο του επικεφαλής επενδύσεων με τον Gross.

Ο El-Erian, ο οποίος συντάσσει επενδυτικές εκθέσεις και κάνει συχνές τηλεοπτικές εμφανίσεις, έχει επεκτείνει την επενδυτική δραστηριότητα της Pimco, προσθέτοντας ETFs καθώς και ίδια κεφάλαια, multi-assets και εναλλακτικές κατηγορίες ενεργητικού. Η εταιρεία έχει ιδρύσει 108 funds σε όλο τον κόσμο από το 2010. «Η αφοσίωση και η ενέργεια του Bill εξακολουθούν να καθοδηγούν την εταιρεία μας ακόμα και σήμερα», έγραψε ο El-Erian σε ένα e-mail.

Ο Gross τροφοδότησε με «καύσιμο» την ανάπτυξη της Pimco στη δεκαετία του 2000. Εξασφάλισε μέση ετήσια απόδοση της τάξης του 7,7% για τη δεκαετία, ξεπερνώντας το 97% των παρόμοιων funds. Το 2009, η Pimco Total Return άντλησε το ποσό-ρεκόρ των 50 δισ. δολαρίων από τους επενδυτές και πήρε τα ηνία από το Growth Fund of America, για να γίνει το μεγαλύτερο fund αμοιβαίων κεφαλαίων στον κόσμο. Ο Gross διατήρησε το fund «στην κορυφή της κατηγορίας του, βάζοντας πολύ χρήμα στις τσέπες των επενδυτών», έγραψε η «Morningstar» τον Ιανουάριο του 2010, όταν του απένειμε τον τίτλο του διαχειριστή της δεκαετίας.


Ενώ η Pimco επεκτείνεται, ο Gross επιβλέπει ένα μικρότερο μέρος της δραστηριότητας στα αμοιβαία κεφάλαια και αντλεί λιγότερα κεφάλαια. Το Total Return ήταν υπεύθυνο για το 19% των νέων αμοιβαίων κεφαλαίων τη διετία, έως τις 31 Μαρτίου, από 42% την αμέσως προηγούμενη διετία και 79% την περίοδο πριν από αυτή, σύμφωνα με εκτιμήσεις της «Morningstar». Το τμήμα του ενεργητικού των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειρίζεται ο Gross είχε μειωθεί στο 63% έως τις 31 Μαρτίου, έναντι 84% πριν από μία δεκαετία.

Η αλλαγή μπορεί να είναι αναπόφευκτη, λέει ο Russel Kinnel, διευθυντής έρευνας αμοιβαίων κεφαλαίων της «Morningstar». Με υπό διαχείριση πάγια αξίας 289 δισ. δολαρίων, η Total Return αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 25% όλων των κεφαλαίων των αμερικανικών αμοιβαίων κεφαλαίων μεσοπρόθεσμης διάρκειας, λέει, και «δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μπορούν να αγοράσουν».

Νέα αστέρια γεννιούνται

Υπάρχουν και άλλα στελέχη της Pimco που έχουν κερδίσει την προσοχή για την απόδοσή τους. Ο Daniel Ivascyn της Pimco Income, που διαχειρίζεται πάγια αξίας 26,4 δισ. δολαρίων, ήταν ο κορυφαίος διαχειριστής ομολόγων των ΗΠΑ βάσει των αποδόσεων του τα τελευταία ένα, τρία και πέντε έτη, σύμφωνα με το «Bloomberg Markets». Ο Mark Kiesel, ο οποίος επιβλέπει κεφάλαια αξίας περίπου 130 δισ. δολαρίων και διαχειριζόταν λογαριασμούς της Pimco, ανακηρύχτηκε τον Ιανουάριο από τη «Morningstar» ως ο κορυφαίος διαχειριστής παγίων σταθερού εισοδήματος για το 2012.

Η φήμη του Gross συνεχίζει να λειτουργεί cos «μαγνήτη5» για τους επενδυτές, λέει η Nancy Koehn, καθηγήτρια του Harvard Business School, η οποία επικεντρώνεται σε επιχειρηματικούς ηγέτες. «Αλλά το γεγονός ότι είναι διατεθειμένοι στην Pimco να αφήσουν άλλους ανθρώπους να διαχειρίζονται τα χρήματά τους σημαίνει ότι έχουν εμπιστοσύνη πως και οι άλλοι διαχειριστές μπορούν να αποδώσουν με τον τρόπο που το κάνει ο Gross», λέει.

Τελευταία, οι σχολιασμοί που δημοσιεύει κάθε μήνα στο Διαδίκτυο έχουν πιο στοχαστική διάθεση. Στο outlook του Απριλίου, που ονομάζει «A Man in the Mirror», ανέφερε ότι οι καριέρες των μεγάλων επενδυτών τις τελευταίες τρεις ή τέσσερις δεκαετίες τροφοδοτήθηκαν από μια πιστωτική επέκταση που τώρα μπορεί να πλησιάζει στο τέλος της και ότι οι επενδύσεις μπορεί να γίνουν πιο δύσκολες τα επόμενα έτη.

Έγραψε ότι οι «παλιές καραβάνες», συμπεριλαμβανομένων του ιδίου, του Warren Buffett και του George Soros, «πήραμε τα πρώτα μας μαθήματα κατά τη διάρκεια ίσως μιας πιο συμφέρουσας χρονικής περιόδου, ίσως της πιο ελκυστικής περιόδου που μπορούσε να βιώσει ένας επενδυτής. Ίσως να ήταν η εποχή που γέννησε τον επενδυτή». Ο Gross δεν σκέφτεται τη συνταξιοδότηση. «Τα 69 χρόνια είναι τα νέα 59», έγραφε σε ένα e-mail.

«Πιθανότατα δεν θα υπάρξει ποτέ δεύτερος Bill Gross», λέει ο Steven Roge, διαχειριστής χαρτοφυλακίου της R.W. Roge, τα πάγια αξίας 200 εκατ. δολαρίων της οποίας περιλαμβάνουν 17 εκατ. δολάρια στην Pimco Total Return. Ακόμα κι έτσι, οι υψηλού προφίλ αποχωρήσεις δεν είναι πάντα καταστροφικές, λέει.

Όταν ο θρυλικός επενδυτής μετοχών Michael Price παραιτήθηκε από διαχειριστής χαρτοφυλακίου της Mutual Global Discovery, το 1998, ο Roge πούλησε το μερίδιό του. Δύο χρόνια μετά, «ένας όχι και τόσο γνωστός τύπος, ονόματι David Winters, ανέλαβε και αποδείχθηκε καταπληκτικός επενδυτής», λέει ο Roge. «Κάναμε ένα λάθος», παραδέχεται.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

ΕΚΤ: Το "στοίχημα" του 1 τρισ. ευρώ...


Τα spreads των κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης – με εξαίρεση την Ελλάδα – υποχωρούν με... βήμα ταχύ. Ο καθηγητής Οικονομικών του Graduate Institute του Πανεπιστημίου της Γενεύης και διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου Χρηματοοικονομικών και Τραπεζικών Σπουδών Charles Wyplosz υποστηρίζει σε άρθρο του ότι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σήμερα εγγυάται στην ουσία τα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης – μέσω των LTRO. Ωστόσο προειδοποιεί ότι με τις συγκεκριμένες πράξεις η κεντρική τράπεζα αναλαμβάνει τεράστιους κινδύνους.

“Με απέραντη μετριοφροσύνη, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι θεωρεί υπεύθυνες για την πτώση των spreads, τις μεταρρυθμίσεις που ανακοινώθηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα σε εκείνες που ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι... κάνουν τους πρωθυπουργούς”, τονίζει ο Wyplosz .

Ο ίδιος σημειώνει ότι ενώ σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση, είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει συσχέτιση μεταξύ της εντυπωσιακής πτώσης των επιτοκίων και των πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (LTRO). 
"Οι υφιστάμενες προσπάθειες για την ελεγχόμενη αναδιάρθρωση χρέους της Ελλάδας είναι υπερβολικά ήπιες"
Οι τράπεζες δανείζονται από την ΕΚΤ με πολύ χαμηλά επιτόκια (1%) και αγοράζουν κρατικά ομόλογα των οποίων οι αποδόσεις είναι υψηλότερες, στο γνωστό και ως carry trade. Τα ποσά είναι τεράστια καθώς μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου είχαν “πέσει” στην αγορά φρέσκο χρήμα της τάξης των 250 δισ. ευρώ. Και στις 29 Φεβρουαρίου οι εκτιμήσεις θέλουν την ΕΚΤ να ρίχνει πολύ περισσότερο χρήμα, σε μια προσπάθεια αντιστροφής του κλίματος.

Εδώ και αρκετούς μήνες είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι η ΕΚΤ πρέπει να... πάρει πάνω της το παιχνίδι και να εγγυηθεί για τα κρατικά ομόλογα. Ωστόσο ο Jean-Claude Trichet ήταν αντίθετος, υποστηρίζοντας ότι:

-δεν είναι αυτή η αποστολή της, κάτι που είναι λάθος σύμφωνα με τον Wyplosz γιατί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι μέρος της αποστολής της ΕΚΤ.

-θα δημιουργούσε τεράστιο ηθικό κίνδυνο, λάθος και πάλι, τονίζει ο Wyplosz, γιατί ο ηθικός κίνδυνος θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά.

-θα εξέθετε την ΕΚΤ σε χρηματοοικονομικούς κινδύνους, αυτό είναι αλήθεια, λέει ο καθηγητής σημειώνοντας ότι γι΄ αυτό το λόγο η κεντρική τράπεζα δεν έχει εμπορικές λειτουργίες.

-οι κυβερνήσεις πρέπει να λύσουν μόνες τους τα προβλήματα που δημιούργησαν, λάθος σύμφωνα με τον Wyplosz γιατί πολύ απλά δεν μπορούν.

Η νέα διοίκηση της ΕΚΤ φαίνεται πως βρήκε τρόπο να κάμψει τόσο το ζήτημα του ηθικού κινδύνου όσο και τις αντιστάσεις της Γερμανίας. Ο πρόεδρος Draghi άφησε να εννοηθεί ότι ο ηθικός κίνδυνος θα πρέπει να αντιμετωπιστεί δραστικά. Οι πολιτικοί ανταποκρίθηκαν και στο τέλος Ιανουαρίου εξέδωσαν το προσχέδιο του δημοσιονομικού Συμφώνου. 
"Διασφαλίζοντας πρόσβαση των τραπεζών σε ρευστότητα, τα LTRO στην ουσία μηδενίζουν τον κίνδυνο της έλλειψης ρευστότητας, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της χρεοκοπίας"
“Την αντίσταση της Γερμανίας ως προς την εγγύηση του κρατικού χρέους από την ΕΚΤ, την παρέκαμψε διαθέτοντας στις εμπορικές τράπεζες τεράστια ποσά φθηνού χρήματος. Στην αρχή έγινε λόγος για απέλπιδα προσπάθεια από την ΕΚΤ να καλύψει το κενό ρευστότητας, ωστόσο μία άλλη ερμηνεία των LTRO είναι ότι παρέχουν ένα δίχτυ προστασίας στα κρατικά ομόλογα. Αρκετοί κάνουν λόγο για οριστική νίκη του Draghi”, συνεχίζει ο Wyplosz .

Δυστυχώς όμως η κίνηση αυτή δεν έφερε το τέλος της κρίσης. “Οι υφιστάμενες προσπάθειες για την ελεγχόμενη αναδιάρθρωση χρέους της Ελλάδας είναι υπερβολικά ήπιες”, υπογραμμίζει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης.

Όλες οι προσπάθειες για την Ελλάδα γίνονται για τη μείωση του χρέους στο 120% του ΑΕΠ, επίπεδο υψηλότερο από το 110% του ΑΕΠ πριν την κρίση. Στην περίπτωση που η χώρα χρεοκοπήσει θα ξεσπάσει τραπεζική κρίση και η πρώτη κίνηση της κυβέρνησης θα είναι να διασώσει τις τράπεζες. Αυτό σημαίνει ότι το χρέος πρέπει να μειωθεί στο 60% του ΑΕΠ.

Πρέπει στη συνέχεια να αντιμετωπίσουμε το γεγονός, συνεχίζει ο Wyplosz, ότι οι μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης βρίσκονται σε επισφαλή κατάσταση. Σοβαρές εκτιμήσεις οικονομολόγων του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, υπολογίζουν ότι η ευρωπαϊκή τραπεζική ελίτ αντιμετωπίζει κίνδυνο 1-1,5 τρισ. δολαρίων.

Δεδομένου τούτου, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία είναι οι επόμενες χώρες που θα κληθούν να... τα βάλουν με την κρίση κρατικού χρέους. Αυτό θα είναι το αποτελέσματα της κωλυσιεργίας που έχουν επιδείξει τα τελευταία τρία χρόνια.

Διασφαλίζοντας πρόσβαση των τραπεζών σε ρευστότητα, τα LTRO στην ουσία μηδενίζουν τον κίνδυνο της έλλειψης ρευστότητας αλλά δεν αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, υποστηρίζει ο Wyplosz, και αναφέρει χαρακτηριστικά ότι... ο διάβολος κρύβεται σε δύο σημαντικές και ζοφερές λεπτομέρειες.

"Η ΕΚΤ δείχνει να παίρνει ένα ρίσκο αξίας άνω του 1 τρισ. ευρώ. Με λίγη τύχη οι αγορές μπορεί να επηρεαστούν από την κίνηση της ΕΚΤ. Πως; Τα κρατικά ομόλογα θα θεωρηθούν και πάλι ασφαλή και η ΕΚΤ θα έχει σώσει το ευρώ, σχεδόν με μηδενικό κόστος.

Δεν είναι όμως τόσο εύκολα τα πράγματα γιατί στην περίπτωση που οι αγορές εντοπίσουν ότι δεν έχουν οι κατάλληλες κινήσεις, οι κρατικές χρεοκοπίες θα εξαπλωθούν σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι τράπεζες θα “πέσουν” και το κόστος για τους φορολογούμενους θα είναι τόσο μεγάλο που ίσως οδηγήσει στην κατάρρευση του ευρώ.

Στην πραγματικότητα, τα LTRO κάνουν τα πράγματα πολύ πιο επικίνδυνα, καθώς στην περίπτωση ενός κύματος κρατικών πτωχεύσεων τα ομόλογα που αγοράζουν οι τράπεζες θα γίνουν τοξικά".

Έτσι, καταλήγει το Wyplosz, βρισκόμαστε σε μία φάση με πολλαπλές ισορροπίες που είναι πραγματικά απρόβλεπτες και μπορεί να αξιολογηθεί αν το ρίσκο της ΕΚΤ αξίζει. Ιδιαίτερα αν το συγκρίνουμε με τη Fed και την Bank of England οι οποίες έχουν αγοράσει απευθείας κρατικά ομόλογα, αναλαμβάνοντας το ρίσκο της χρεοκοπίας και δεν το ρίχνουν στους ισολογισμούς των τραπεζών.

“Ίσως όμως, δεδομένης της γερμανικής αδιαλλαξίας, δεν υπήρχε άλλη δυνατή πολιτική επιλογή για την ΕΚΤ. Αν το στοίχημα χαθεί, θα κατηγορούμε τις γερμανικές αρχές και όχι την ΕΚΤ. Και αυτό είναι έξυπνο, ίσως όμως υπερβολικά έξυπνο”.

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

ΗΠΑ: Το παράδοξο των πληρωμών φόρων



Από τον Dan Beucke


Όσο οι εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν και «θερμαίνεται» η συζήτηση για τη φορολόγηση του πλούτου, δεν βρίσκεις εύκολα αμερικανική επιχείρηση που να μη διαμαρτύρεται πως η αύξηση της εταιρικής φορολογίας θα ήταν μια ψήφος κατά της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. 
Screen shot 2011-12-07 at 12.34.58 PM.png


Όπως φαίνεται στο διπλανό διάγραμμα του Bloomberg, η εταιρική κερδοφορία έχει ήδη -από πέρυσι- ανακάμψει από την ύφεση, δεν φαίνεται ωστόσο να συμβαίνει το ίδιο με τις πληρωμές των φόρων. Δύο λόγοι εξηγούν το φαινόμενο αυτό: 1) Πριν από τρία έτη, θεσπίστηκαν φοροαπαλλαγές για τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ προκειμένου να αποσβέσουν δαπάνες για εργοστάσια και εξοπλισμό. Το συγκεκριμένο μέτρο των φοροελαφρύνσεων αναμένεται να λήξει το ερχόμενο έτος 2) Το μεγαλύτερο μέρος της μετά-ύφεσης ανάπτυξης λαμβάνει χώρα σε μέρη όπως η Ινδία και η Κίνα, όπου οι πολυεθνικές προστατεύουν τα κέρδη τους από την αμερικανική φορολογία έως ότου αυτά επαναπατριστούν.
Τα στελέχη των επιχειρήσεων ομολογούν πως χωρίς περαιτέρω φορολογικές περικοπές, η επενδυτική δραστηριότητα θα περιέλθει σε τέλμα και τα κέρδη στο εξωτερικό θα παραμείνουν εκεί που είναι. Οι κριτικοί της άποψης αυτής θεωρούν τη μείωση των καταβληθέντων φόρων ως ένδειξη πως οι επιχειρήσεις δεν πληρώνουν το μερίδιο που τους αναλογεί –και εκτιμούν πως η αύξηση των φορολογικών περικοπών θα καταφέρει μόνο να επιδεινώσει την κατάσταση.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Το carry trade και οι επιρροές του στα νομίσματα στις μέρες μας


Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο" 28.10.11
Το carry trade είναι μια διαδεδομένη στρατηγική που εφαρμόζεται στην αγορά συναλλάγματος. Η στρατηγική επιτρέπει στον trader να δανείζεται ένα νόμισμα το οποίο έχει πολύ χαμηλό επιτόκιο και να αγοράζει ένα άλλο νόμισμα το οποίο έχει υψηλότερο επιτόκιο. Ο στόχος φυσικά είναι το κέρδος και στη περίπτωση αυτή μιλάμε για κέρδος από τη διαφορά των επιτοκίων.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 και ο νομισματικός πόλεμος που ακολούθησε, αχρήστευσαν αυτή τη στρατηγική. Το carry trade εφαρμόζεται όταν οι αγορές δεν παρουσιάζουν τεράστια αβεβαιότητα και υψηλές διακυμάνσεις. Με λίγα λόγια το carry trade ευδοκιμεί όταν υπάρχει οικονομική σταθερότητα και πρόοδος.
Για πολλά χρόνια το νόμισμα το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για τη συγκεκριμένη στρατηγική ήταντο γεν. Τα παραδοσιακά χαμηλά επιτόκια, στη πραγματικότητα μηδενικά, που διατηρούσε η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας βοήθησαν στην ανάπτυξη αυτής της στρατηγικής. Ένας trader, λοιπόν, μπορούσε να δανεισθεί (πουλήσει) το γεν με ελάχιστο κόστος και να αγοράσει ένα άλλο νόμισμα το οποίο χρέωνε υψηλό επιτόκιο για να το έχεις στη κατοχή σου. Τέτοια νομίσματα ήταν η στερλίνα, το δολάριο Αυστραλίας και το δολάριο Νέας Ζηλανδίας. Σιγά σιγά όμως, στο παιχνίδι μπήκαν και τα νομίσματα των αναδυόμενων οικονομιών (όσα ήταν ελεύθερα διαπραγματεύσιμα).
Οι αναπτυγμένες οικονομίες αντιμετώπιζαν σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης και αύξαναν συνεχώς τα επιτόκια για να προφυλάξουν τις οικονομίες τους από τη δημιουργία διαφόρων υπερεκτιμημένων καταστάσεων. Από την άλλη οι αναδυόμενες οικονομίες είχαν υψηλό πληθωρισμό και για να τον αντιμετωπίσουν είχαν υπερβολικά υψηλά επιτόκια.
Η παραπάνω διαδικασία έχει να κάνει με πραγματική ροή χρημάτων και αυτό συντελεί στη δημιουργία του δεύτερου παράγοντα από τον οποίο μπορεί κανείς να αποκομίσει κέρδη εφαρμόζοντας αυτή τη στρατηγική. Από την ίδια την άνοδο του νομίσματος. Τα κεφάλαια τείνουν να τοποθετούνται στις χώρες με τα υψηλότερα επιτόκια. Επίσης, μια χώρα που αναγκάζεται να έχει υψηλά επιτόκια για να αποτρέψει τις πληθωριστικές πιέσεις σημαίνει ότι σημειώνει και υψηλή ανάπτυξη. Άρα όλα αυτά κάνουν το νόμισμα ελκυστικό και όσο τα κεφάλαια εισρέουν τόσο το νόμισμα ενισχύεται, αποφέροντας κέρδη, αλλά αυτή τη φορά από τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τρέχουσας τιμής.
Η σταθερή πολιτική υποτίμησης του δολαρίου και τα χαμηλά επιτόκια για μεγάλο χρονικό διάστημα έκαναντο δολάριο το δεύτερο νόμισμα το οποίο μπορούσε κάποιος να χρησιμοποιήσει για να εφαρμόσει τη παραπάνω στρατηγική. Επίσης τα χαμηλά επιτόκια και η σταθερά ανοδική πορεία της ελβετικής οικονομίας έκαναν πολλούς να χρησιμοποιούν και το φράγκο.
Αυτά τα τρία νομίσματα είναι όμως και τα λεγόμενα ασφαλή καταφύγια και εδώ είναι ένα μέρος του προβλήματος. Η παγκόσμια οικονομική πρόοδος είχε ελαχιστοποιήσει το λόγο του να θέλει κάποιος να κρατά ένα ασφαλές νόμισμα. Έτσι το γεν, το δολάριο και το φράγκο είχαν φθάσει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Η κρίση του 2008 όμως αποτέλεσε το τέλος αυτής της στρατηγικής. Η τεράστια αύξηση της μεταβλητότητας ήταν μόνο η αρχή, αφού αμέσως ακολούθησε η δραματική πτώση της οικονομικής δραστηριότητας. Όλοι οι επενδυτές άρχισαν να επιστρέφουν τα νομίσματα τα οποία είχαν δανεισθεί, προκαλώντας την εκρηκτική άνοδό τους. Αργότερα η κρίση χρέους έστρεψε τους πάντες στο φράγκο και στο γεν τα οποία βρέθηκαν σημαντικά ενισχυμένα. Το γεν παραμένει και σήμερα εξαιρετικά ισχυρό την ώρα που το φράγκο χειραγωγείται προκειμένου να σταματήσει η άνοδός του.
Γιατί όμως δε γίνεται carry trade και στις μέρες μας; Και τώρα υπάρχουν διαφοροποιήσεις στα επιτόκια. Ο λόγος είναι ότι το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον είναι αρνητικό. Το γεν και το φράγκο προσελκύουν κεφάλαια άρα δεν υπάρχει χώρος για την εφαρμογή της στρατηγικής. Από την άλλη η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και το να ποντάρεις σε επιτοκιακές διαφορές είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτελούν οι οικονομίες της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας όπου οι προσδοκίες για αύξηση επιτοκίων κατέρρευσαν μετά την επιδείνωση της κρίσης χρέους, συμπαρασύροντας και τα αντίστοιχα νομίσματα. Επομένως, το ρίσκο εφαρμογής carry trade είναι υπερβολικά υψηλό.
Τι θα δούμε στο μέλλον. Όταν η παγκόσμια οικονομία θα αρχίσει να ξεπερνά τις συμπληγάδες της τρέχουσας ύφεσης, η ομαλότητα θα επιστρέψει και οι επιτοκιακές διαφορές θα αρχίσουν να μεγαλώνουν. Όμως, πλέον, οι ευκαιρίες δεν θα αφορούν μόνο στα γνωστά νομίσματα, όπως, για παράδειγμα, τα αυστραλιανό δολάριο. Οι αναδυόμενες οικονομίες όπως η Βραζιλία θα γίνουν ελκυστικές και τα νομίσματά τους θα σημειώσουν κατακόρυφη άνοδο. Επίσης υπάρχουν και οι νέες αναδυόμενες οικονομίες όπως αυτές τις Σιγκαπούρης, της Ταϋλάνδης και της Μαλαισίας.

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

ΗΠΑ: Σενάρια στάσης πληρωμών


Του Κώστα Ράπτη
Με δεδομένο το αδιέξοδο το οποίο επικρατεί στη Ουάσιγκτον ως προς την αύξηση του νομίμου ορίου του δημοσίου χρέους των ΗΠΑ, το ενδεχόμενο μιας μερικής στάσης πληρωμών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε 3 εβδομάδες φαντάζει όλο και πιο πιθανό – μόνο και μόνο διότι η επίτευξη συναίνεσης ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και την ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς πλέον Βουλή των Αντιπροσώπων φάνταζε τόσο αναπόφευκτη στο «τέλος του δρόμου», ώστε το πολιτικό παιχνίδι να εκτροχιασθεί.

Ο πρόεδρος Ομπάμα πρότεινε ένα σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης ύψους 4 τρις. σε βάθος δεκαετίας, οι οποίες θα προέρχονται κατά 83% από μειώσεις δαπανών και κατά 17% από αύξηση των φορολογικών εσόδων με την κατάργηση φοροαπαλλαγών και όχι με την αύξηση των φορολογικών συντελεστών. Η πλευρά των Ρεπουμπλικανών το απέρριψε, δηλώνοντας ότι η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση θα πλήξει την οικονομία – μολονότι υψώνουν τη σημαία των δραστικών περικοπών σε καιρό ύφεσης…

Σύμφωνα με νεώτερες πληροφορίες, ο Λευκός Οίκος προσανατολίζεται στη χρήση υπερεξουσιών που στηρίζονται σε συνταγματικά «παραθυράκια» ώστε να παρακάμψει το Κογκρέσσο, ενώ το συμβιβαστικό σχέδιο του γερουσιαστή Mitch McConnell σώζει τα προσχήματα με μια διαδικασία που πρακτικά θα επιτρέπει ανά τρίμηνο στους Ρεπουμπλικανούς να καταψηφίζουν ανά τρίμηνο το προεδρικό αίτημα αύξησης του ορίου χρέους, χωρίς στην πραγματικότητα να το παρεμποδίζουν… Υπενθυμίζεται ότι το νόμιμο όριο χρέους καθιερώθηκε το 1917, με την είσοδο των ΠΑ στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και αποτελούσε το αντάλλαγμα του προέδρου Wilson προς το Κογκρέσο ώστε να εγκρίνει τις πολεμικές πιστώσεις. Μετά από αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις (συνήθως προς τα πάνω) διαμορφώνεται στην παρούσα φάση στα 14,3 τρις δολάρια – όριο το οποίο συμπληρώθηκε τον περασμένο Μάιο.

Η κορύφωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ ήλθε την επαύριον του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (120%). Έκτοτε η πορεία του χρέους υπήρξε σταθερά πτωτική για να φθάσει λίγο πάνω από το ένα τρίτο του ΑΕΠ στο τέλος της προεδρικής θητείας του Jimmy Carter. Τα χρέος εκτοξεύθηκε επί των ημερών των Ronald Reagan και George Bush του πρεσβύτερου, κορυφώθηκε στην πρώτη τετραετία Clinton (70%) για να υποχωρήσει κατά τη δεύτερη τετραετία στο 60%. Από τις μέρες του George Bush του νεώτερου και μετά πήρε και πάλι την ανιούσα και πλέον πλησιάζει το 100%.

Οι πολεμικές περιπέτειες σε Ιράκ και Αφγανιστάν, η αχαλίνωτη αύξηση του κόστους περίθαλψης σε συνδυασμό με τη γήρανση του πληθυσμού, οι φοροαπαλλαγές στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια και εντέλει η ύφεση (που συρρίκνωσε το ΑΕΠ, αύξησε τις μεταβιβαστικές πληρωμές και κατέστησε υποχρεωτικά τεράστια πακέτα διάσωσης) υπήρξαν η αιτία της διόγκωσης του χρέους. Εκτιμάται ότι μετά τις 2 Αυγούστου το αμερικανικό δημόσιο θα χρειασθεί να καταφύγει σε νέο δανεισμό για να καλύψει τις υποχρεώσεις του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα έσοδα του μηνός Αυγούστου υπολογίζονται σε 172 δις. δολάρια, ήτοι 55% των δαπανών που θα ανέλθουν σε 307 δις. Εάν δεν υπάρξει πολιτική συμφωνία ως προς την αύξηση του νομίμου ορίου του χρέους, οι «έχοντες λαμβάνειν» από το αμερικανικό δημόσιο θα… πρέπει να μπουν στην ουρά: προτεραιότητα θα δοθεί αναγκαστικά στα τοκοχρεολύσια του υφιστάμενου χρέους (50 δισ.),  στις συντάξεις (50 δισ.), το πρόγραμμα Medicare (50 δις.) τις οφειλές έναντι στρατιωτικών προμηθευτών (32 δισ.), τα επιδόματα ανεργίας (13 δισ.), τις πληρωμές των ένστολων (3 δις.), χωρίς να υπολείπονται κονδύλια για τις πληρωμές των πολιτικών υπαλλήλων, τη συντήρηση των υποδομών, άλλα κοινωνικά προγράμματα κ.ο.κ.  Άγνωστη παραμένει η νομική βάση με την οποία θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν οι επιλογές του ποιος θα πληρωθεί και ποιος όχι.

Οι αποφάσεις θα πρέπει να ληφθούν πολύ σύντομα, καθώς μόλις στις 4 Αυγούστου λήγουν τίτλοι του δημοσίου, ύψους 100 δις. οι οποίοι θα πρέπει να ματοκυλισθούν – πράγμα αυτονόητο εκτός και αν στις αγορές έχει επικρατήσει χάος. Ούτως ή άλλως η αμφισβήτηση της ικανότητας του αμερικανικού Δημοσίου να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις του αναμένεται να μεγαλώσει το κόστος δανεισμού – όχι μόνο για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση αλλά και για τον ιδιωτικό τομέα. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό οι επιπτώσεις να γίνουν περισσότερο αισθητές π.χ. στην Wall Street παρά στα ομόλογα του Δημοσίου, τα οποία ενδέχεται σε συνθήκες αναστάτωσης να προσελκύσουν και πάλι κεφάλαια ως ασφαλές καταφύγιο.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Είναι σε "φόρμα" τα μερίσματα των ΗΠΑ


Από τον Howard Silverblatt


Ένα καλό πρώτο εξάμηνο γνώρισαν οι επενδυτές μερισμάτων στις ΗΠΑ. Στο β’ τρίμηνο οι πληρωμές μερισμάτων των κοινών μετοχών που είναι εισηγμένες στο αμερικανικό χρηματιστήριο ενισχύθηκαν κατά 11,2 δισ. δολάρια, σε σύγκριση με αύξηση 19 δισ. δολαρίων του α’ τριμήνου. Η επιβράδυνση αυτή ωστόσο οφείλεται περισσότερο σε ένα σπουδαίο πρώτο τρίμηνο παρά σε ένα απογοητευτικό δεύτερο τρίμηνο.

Σε επίπεδο εξαμήνου, η αύξηση των μερισμάτων κατά 30,2 δισ. δολάρια, ξεπερνά ήδη την αύξηση που καταγράφηκε στο σύνολο του προηγούμενου έτους (26,5 δισ. δολάρια).

Το καθαρό αποτέλεσμα είναι πως αν ο Αμερικανός δει το μέρισμα σαν μισθό, τότε πήρε αύξηση 4,1% στο δεύτερο τρίμηνο και συνολική αύξηση 11,1% στο πρώτο εξάμηνο του 2011 (4,1% για το Q2 και 6,7% για το Q1).

Αυξημένη κατά 4,1% εμφανίζεται στο β’ τρίμηνο η αξία των μερισμάτων και για τους επενδυτές των μετοχών του δείκτη S&P 500, οι οποίοι όμως «πήραν» μεγαλύτερη αύξηση στο πρώτο τρίμηνο (7,4%), για να κλείσουν το εξάμηνο με συνολική αύξηση 11,5%.

Το ποσοστό μειώσεων μερισμάτων συνέχισε να συρρικνώνεται καθώς μόνο 21 επιχειρήσεις προχώρησαν σε μείωση μερίσματος στο β’ τρίμηνο, έναντι 30 του πρώτου τριμήνου (έναντι 34 του Q2 του 2010 και 250 του Q2 του 2009).

Αλλά και οι περιπτώσεις αύξησης μερίσματος ήταν λιγότερες στο β΄ τρίμηνο του 2011 και συγκεκριμένα 444, σε σχέση με το πολύ θετικό μέγεθος των 510 περιπτώσεων στο πρώτο τρίμηνο (και σε σχέση με τις 335 αυξήσεις στο Q2 του 2010 και τις 233 στο Q2 του 2009)

Οι αυξήσεις των μερισμάτων, σε συνδυασμό με μια μικρή μείωση των τιμών των μετοχών στο β’ τρίμηνο ώθησαν τη μέση μερισματική απόδοση, για τις κοινές μετοχές, στο 2,51% σύμφωνα με στοιχεία της 30ης Ιουνίου του 2011, σε σύγκριση με 2,39% στις 31/3/2011. Συνολικά, ήταν ένα πολύ καλό Q2 με λίγες μειώσεις, αλλά όχι τόσο καλό, όσο το σπουδαίο Q1.

Κοιτώντας μπροστά, αναμένονται περισσότερες αυξήσεις μερισμάτων σε όλους τους κλάδους και λίγες μειώσεις, σε ευθυγράμμιση με το δεύτερο τρίμηνο. Οι επενδυτές δείχνουν να επιστρέφουν στη λογική των συνολικών αποδόσεων και παραδοσιακά τα μερίσματα είναι αυτά που κάνουν τη διαφορά. Υπάρχει μια ανησυχία μήπως οι επενδυτές στραφούν στις επαναγορές μετοχών, με τις εταιρείες να αντιδρούν με περισσότερες επαναγορές, όπως έκαναν την περίοδο 2006/7, κάτι που θα επηρέαζε τα μερίσματα. Επίσης, αν η οικονομία συνεχίσει να βελτιώνεται, και τα χαρτοφυλάκια του στεγαστικού και εμπορικού real estate δεν επιδεινωθούν, δεν αποκλείεται να δούμε ένα δεύτερο γύρο αυξήσεων μερισμάτων από τις εκπροσώπους του χρηματοπιστωτικού κλάδου, αργότερα μέσα στο έτος.