Του Κώστα Ράπτη
Με δεδομένο το αδιέξοδο το οποίο επικρατεί στη Ουάσιγκτον ως προς την αύξηση του νομίμου ορίου του δημοσίου χρέους των ΗΠΑ, το ενδεχόμενο μιας μερικής στάσης πληρωμών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε 3 εβδομάδες φαντάζει όλο και πιο πιθανό – μόνο και μόνο διότι η επίτευξη συναίνεσης ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και την ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς πλέον Βουλή των Αντιπροσώπων φάνταζε τόσο αναπόφευκτη στο «τέλος του δρόμου», ώστε το πολιτικό παιχνίδι να εκτροχιασθεί. Ο πρόεδρος Ομπάμα πρότεινε ένα σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης ύψους 4 τρις. σε βάθος δεκαετίας, οι οποίες θα προέρχονται κατά 83% από μειώσεις δαπανών και κατά 17% από αύξηση των φορολογικών εσόδων με την κατάργηση φοροαπαλλαγών και όχι με την αύξηση των φορολογικών συντελεστών. Η πλευρά των Ρεπουμπλικανών το απέρριψε, δηλώνοντας ότι η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση θα πλήξει την οικονομία – μολονότι υψώνουν τη σημαία των δραστικών περικοπών σε καιρό ύφεσης… Σύμφωνα με νεώτερες πληροφορίες, ο Λευκός Οίκος προσανατολίζεται στη χρήση υπερεξουσιών που στηρίζονται σε συνταγματικά «παραθυράκια» ώστε να παρακάμψει το Κογκρέσσο, ενώ το συμβιβαστικό σχέδιο του γερουσιαστή Mitch McConnell σώζει τα προσχήματα με μια διαδικασία που πρακτικά θα επιτρέπει ανά τρίμηνο στους Ρεπουμπλικανούς να καταψηφίζουν ανά τρίμηνο το προεδρικό αίτημα αύξησης του ορίου χρέους, χωρίς στην πραγματικότητα να το παρεμποδίζουν… Υπενθυμίζεται ότι το νόμιμο όριο χρέους καθιερώθηκε το 1917, με την είσοδο των ΠΑ στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και αποτελούσε το αντάλλαγμα του προέδρου Wilson προς το Κογκρέσο ώστε να εγκρίνει τις πολεμικές πιστώσεις. Μετά από αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις (συνήθως προς τα πάνω) διαμορφώνεται στην παρούσα φάση στα 14,3 τρις δολάρια – όριο το οποίο συμπληρώθηκε τον περασμένο Μάιο. Η κορύφωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ ήλθε την επαύριον του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (120%). Έκτοτε η πορεία του χρέους υπήρξε σταθερά πτωτική για να φθάσει λίγο πάνω από το ένα τρίτο του ΑΕΠ στο τέλος της προεδρικής θητείας του Jimmy Carter. Τα χρέος εκτοξεύθηκε επί των ημερών των Ronald Reagan και George Bush του πρεσβύτερου, κορυφώθηκε στην πρώτη τετραετία Clinton (70%) για να υποχωρήσει κατά τη δεύτερη τετραετία στο 60%. Από τις μέρες του George Bush του νεώτερου και μετά πήρε και πάλι την ανιούσα και πλέον πλησιάζει το 100%. Οι πολεμικές περιπέτειες σε Ιράκ και Αφγανιστάν, η αχαλίνωτη αύξηση του κόστους περίθαλψης σε συνδυασμό με τη γήρανση του πληθυσμού, οι φοροαπαλλαγές στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια και εντέλει η ύφεση (που συρρίκνωσε το ΑΕΠ, αύξησε τις μεταβιβαστικές πληρωμές και κατέστησε υποχρεωτικά τεράστια πακέτα διάσωσης) υπήρξαν η αιτία της διόγκωσης του χρέους. Εκτιμάται ότι μετά τις 2 Αυγούστου το αμερικανικό δημόσιο θα χρειασθεί να καταφύγει σε νέο δανεισμό για να καλύψει τις υποχρεώσεις του. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα έσοδα του μηνός Αυγούστου υπολογίζονται σε 172 δις. δολάρια, ήτοι 55% των δαπανών που θα ανέλθουν σε 307 δις. Εάν δεν υπάρξει πολιτική συμφωνία ως προς την αύξηση του νομίμου ορίου του χρέους, οι «έχοντες λαμβάνειν» από το αμερικανικό δημόσιο θα… πρέπει να μπουν στην ουρά: προτεραιότητα θα δοθεί αναγκαστικά στα τοκοχρεολύσια του υφιστάμενου χρέους (50 δισ.), στις συντάξεις (50 δισ.), το πρόγραμμα Medicare (50 δις.) τις οφειλές έναντι στρατιωτικών προμηθευτών (32 δισ.), τα επιδόματα ανεργίας (13 δισ.), τις πληρωμές των ένστολων (3 δις.), χωρίς να υπολείπονται κονδύλια για τις πληρωμές των πολιτικών υπαλλήλων, τη συντήρηση των υποδομών, άλλα κοινωνικά προγράμματα κ.ο.κ. Άγνωστη παραμένει η νομική βάση με την οποία θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν οι επιλογές του ποιος θα πληρωθεί και ποιος όχι. Οι αποφάσεις θα πρέπει να ληφθούν πολύ σύντομα, καθώς μόλις στις 4 Αυγούστου λήγουν τίτλοι του δημοσίου, ύψους 100 δις. οι οποίοι θα πρέπει να ματοκυλισθούν – πράγμα αυτονόητο εκτός και αν στις αγορές έχει επικρατήσει χάος. Ούτως ή άλλως η αμφισβήτηση της ικανότητας του αμερικανικού Δημοσίου να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις του αναμένεται να μεγαλώσει το κόστος δανεισμού – όχι μόνο για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση αλλά και για τον ιδιωτικό τομέα. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό οι επιπτώσεις να γίνουν περισσότερο αισθητές π.χ. στην Wall Street παρά στα ομόλογα του Δημοσίου, τα οποία ενδέχεται σε συνθήκες αναστάτωσης να προσελκύσουν και πάλι κεφάλαια ως ασφαλές καταφύγιο. |
Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011
ΗΠΑ: Σενάρια στάσης πληρωμών
Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011
Είναι σε "φόρμα" τα μερίσματα των ΗΠΑ
Από τον Howard Silverblatt
Ένα καλό πρώτο εξάμηνο γνώρισαν οι επενδυτές μερισμάτων στις ΗΠΑ. Στο β’ τρίμηνο οι πληρωμές μερισμάτων των κοινών μετοχών που είναι εισηγμένες στο αμερικανικό χρηματιστήριο ενισχύθηκαν κατά 11,2 δισ. δολάρια, σε σύγκριση με αύξηση 19 δισ. δολαρίων του α’ τριμήνου. Η επιβράδυνση αυτή ωστόσο οφείλεται περισσότερο σε ένα σπουδαίο πρώτο τρίμηνο παρά σε ένα απογοητευτικό δεύτερο τρίμηνο.
Σε επίπεδο εξαμήνου, η αύξηση των μερισμάτων κατά 30,2 δισ. δολάρια, ξεπερνά ήδη την αύξηση που καταγράφηκε στο σύνολο του προηγούμενου έτους (26,5 δισ. δολάρια).
Το καθαρό αποτέλεσμα είναι πως αν ο Αμερικανός δει το μέρισμα σαν μισθό, τότε πήρε αύξηση 4,1% στο δεύτερο τρίμηνο και συνολική αύξηση 11,1% στο πρώτο εξάμηνο του 2011 (4,1% για το Q2 και 6,7% για το Q1).
Αυξημένη κατά 4,1% εμφανίζεται στο β’ τρίμηνο η αξία των μερισμάτων και για τους επενδυτές των μετοχών του δείκτη S&P 500, οι οποίοι όμως «πήραν» μεγαλύτερη αύξηση στο πρώτο τρίμηνο (7,4%), για να κλείσουν το εξάμηνο με συνολική αύξηση 11,5%.
Το ποσοστό μειώσεων μερισμάτων συνέχισε να συρρικνώνεται καθώς μόνο 21 επιχειρήσεις προχώρησαν σε μείωση μερίσματος στο β’ τρίμηνο, έναντι 30 του πρώτου τριμήνου (έναντι 34 του Q2 του 2010 και 250 του Q2 του 2009).
Αλλά και οι περιπτώσεις αύξησης μερίσματος ήταν λιγότερες στο β΄ τρίμηνο του 2011 και συγκεκριμένα 444, σε σχέση με το πολύ θετικό μέγεθος των 510 περιπτώσεων στο πρώτο τρίμηνο (και σε σχέση με τις 335 αυξήσεις στο Q2 του 2010 και τις 233 στο Q2 του 2009)
Οι αυξήσεις των μερισμάτων, σε συνδυασμό με μια μικρή μείωση των τιμών των μετοχών στο β’ τρίμηνο ώθησαν τη μέση μερισματική απόδοση, για τις κοινές μετοχές, στο 2,51% σύμφωνα με στοιχεία της 30ης Ιουνίου του 2011, σε σύγκριση με 2,39% στις 31/3/2011. Συνολικά, ήταν ένα πολύ καλό Q2 με λίγες μειώσεις, αλλά όχι τόσο καλό, όσο το σπουδαίο Q1.
Κοιτώντας μπροστά, αναμένονται περισσότερες αυξήσεις μερισμάτων σε όλους τους κλάδους και λίγες μειώσεις, σε ευθυγράμμιση με το δεύτερο τρίμηνο. Οι επενδυτές δείχνουν να επιστρέφουν στη λογική των συνολικών αποδόσεων και παραδοσιακά τα μερίσματα είναι αυτά που κάνουν τη διαφορά. Υπάρχει μια ανησυχία μήπως οι επενδυτές στραφούν στις επαναγορές μετοχών, με τις εταιρείες να αντιδρούν με περισσότερες επαναγορές, όπως έκαναν την περίοδο 2006/7, κάτι που θα επηρέαζε τα μερίσματα. Επίσης, αν η οικονομία συνεχίσει να βελτιώνεται, και τα χαρτοφυλάκια του στεγαστικού και εμπορικού real estate δεν επιδεινωθούν, δεν αποκλείεται να δούμε ένα δεύτερο γύρο αυξήσεων μερισμάτων από τις εκπροσώπους του χρηματοπιστωτικού κλάδου, αργότερα μέσα στο έτος.
Σάββατο 11 Ιουνίου 2011
ΗΠΑ: Η στήριξη της αυτοαπασχόλησης τόνωση για την οικονομία
Του Richard Greenwald
Η ιδρυθείσα προς διετίας συμβουλευτική εταιρεία μάρκετινγκ της Noelle Stary φέτος θα έχει έσοδα σχεδόν $100.000, όμως εκείνη ανησυχεί για την επιβίωσή της. Η Stary μοιράζεται με άλλους ένα γραφείο στο κεντρικό New Jersey και αντιμετωπίζει τις συνήθεις δυσκολίες κάθε νέας επιχείρησης, όπως είναι οι «σφιχτοχέρηδες» τραπεζίτες και οι πελάτες που καθυστερούν να πληρώσουν. Ωστόσο, μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει πλεονεκτήματα όπως τα φορολογικά κίνητρα ή η εργατική νομοθεσία που ευνοούν τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. «Κάθε βήμα στην πορεία προς την ανάπτυξη είναι σχεδόν πάντα πιο περίπλοκο από το προηγούμενο», λέει η 29χρονη Stary, πρώην μάνατζερ σε μια μικρή διαφημιστική εταιρεία στο Μανχάταν. Η Stary είναι μια από τους περισσότερους από 40 εκατ. αυτοαπασχολούμενους -το 31% του αμερικανικού εργατικού δυναμικού, οι οποίοι αποτελούν ένα ολοένα και πιο σημαντικό κομμάτι της οικονομίας. Η Μεγάλη Ύφεση επιταχύνει την τάση αυτή για αυτοαπασχόληση. Το Δεκέμβριο μια έρευνα της Αμερικανικής Ένωσης Στελέχωσης ανάμεσα σε 10.000 εργοδότες έδειξε ότι τον τελευταίο χρόνο ο αριθμός των προσωρινά απασχολούμενων εργαζόμενων που διατίθενται σε εταιρείες από γραφεία εργασίας όπως τα Manpower (MAN) και Kelly Services (KELYA) αυξήθηκε κατά 19%. Έως το 2019, οι αυτοαπασχολούμενοι θα αποτελούν το 40% του συνόλου των Αμερικανών εργαζομένων, σύμφωνα με το Αμερικανικό Γραφείο Στατιστικής της Εργασίας. Παρά την αυξανόμενη σημασία των ελεύθερων επαγγελματιών για την οικονομία, η εργασία τους δυσχεραίνεται από το φορολογικό και τον εργατικό κώδικα. Το αμερικανικό σύστημα παροχών βάσει απασχόλησης χρονολογείται από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το πάγωμα των μισθών εμπόδιζε τις μεγάλες εταιρείες να προσελκύσουν υψηλής ποιότητας εργατικό δυναμικό. Για να κρατήσουν τους εργάτες, ιδιαίτερα όσους είχαν εξειδίκευση, εταιρείες όπως η General Motors (GM) και η U.S. Steel (X) ξεκίνησαν να επιδοτούν προγράμματα υγειονομικής κάλυψης, συνταξιοδότησης και αδειών. Μετά τον πόλεμο η στρατηγική αυτή διευρύνθηκε, καθώς τα συνδικάτα «κλείδωναν» τις παροχές με τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις εργασίας. Το σύστημα αυτό ωφέλησε τους Αμερικανούς εργαζόμενους έως τη δεκαετία του 1980, όταν η παγκοσμιοποίηση άρχισε να φθίνει την εξάρτηση των μεγάλων εργοδοτών από το εγχώριο προσωπικό πλήρους απασχόλησης. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες επωμίζονται όλους τους κινδύνους Σήμερα το γρήγορα αναπτυσσόμενο δυναμικό των ελεύθερων επαγγελματιών επωμίζεται δαπάνες και κινδύνους που μέχρι πρότινος βάρυναν τις εταιρείες. Οι αυτοαπασχολούμενοι δεν μπορούν να κάνουν ασφάλιση ανεργίας ή να λάβουν αποζημίωση σε περίπτωση ασθένειας ή ατυχήματος. Εκτός αυτού, οι περισσότεροι ομοσπονδιακοί ή πολιτειακοί εργατικοί νόμοι δεν τους καλύπτουν. Κατά συνέπεια, όταν θέλουν να διεκδικήσουν οφειλόμενες πληρωμές, δεν έχουν πολλά περιθώρια πέρα από το να προσφύγουν στα δικαστήρια μικροδιαφορών, ξοδεύοντας έτσι πολύτιμο χρόνο και χρήμα. Ακόμη χειρότερο είναι το γεγονός ότι, ενώ οι αυτοαπασχολούμενοι φορολογούνται ως εργοδότες μεσαίων επιχειρήσεων, στην περίπτωσή τους δεν εκπίπτουν τα ασφάλιστρα υγειονομικής κάλυψης αλλά και άλλες δαπάνες, όπως συμβαίνει στις μεγάλες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τη Φορολογική Υπηρεσία των ΗΠΑ, οι σύμβουλοι κερδίζουν κατά μέσο όρο περίπου 30% λιγότερα σε σχέση με τους συναδέλφους τους που εργάζονται σε εταιρείες, όμως πληρώνουν και τις εργοδοτικές και τις εργατικές εισφορές για την Κοινωνική και την Ιατρική Ασφάλιση (Medicare), οι οποίες συνολικά ανέρχονται στο 15% του εισοδήματός τους. Περίπου τα τρία τέταρτα των αυτοαπασχολούμενων Αμερικανών εργάζονται σε πόλεις που φορολογούν τις επιχειρήσεις μη ανώνυμης εταιρικής μορφής με κατά μέσο όρο 4% επί των κερδών τους. Η υγειονομική κάλυψη ίσως να αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο. Για χρόνια οι περισσότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν μπορούσαν να ανταπεξέρθουν στα υψηλά ασφάλιστρα. Σήμερα, παρά τις υποσχέσεις του, ο νόμος για τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας δεν έχει βελτιώσει την πρόσβαση στην πρόνοια για όλους τους Αμερικανούς. Για εκατομμύρια ανθρώπους σαν την Stary,η οποία λέει ότι το σχέδιό της για την υγειονομική κάλυψη είναι «να ελπίζει να μην αρρωστήσει», η μόνη επιλογή είναι το άνοιγμα ενός αποταμιευτικού λογαριασμού υγείας. Όμως αυτό δεν βοηθάει και πολύ εάν το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης υπερβαίνει το ανώτατο όριο κάλυψης του νέου νόμου, που είναι $6.000 για μεμονωμένα άτομα ή $11.000 για οικογένειες. Η Stary, όπως οι περισσότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες, εξακολουθεί να μην έχει τα μέσα να αποκτήσει ασφάλιση υγείας. Ευνοϊκότερη φορολόγηση για τους ελεύθερους επαγγελματίες Υπάρχουν αρκετά μέτρα που μπορούν να ληφθούν. Καταρχάς, το Κογκρέσο πρέπει να θέσει εκ νέου σε εφαρμογή το Νόμο του 2010 για τις θέσεις εργασίας στις μικρές επιχειρήσεις. Στα πλαίσια του νόμου αυτού, ο οποίος έπαψε να ισχύει από το τέλος του προηγούμενου έτους, τα ασφάλιστρα υγειονομικής κάλυψης των ελεύθερων επαγγελματιών εξέπιπταν πλήρως πριν να υπολογιστούν οι φόροι της Κοινωνικής και Ιατρικής Ασφάλισης (Medicare). Επιπλέον, η ομοσπονδιακή εργατική νομοθεσία πρέπει να τροποποιηθεί έτσι ώστε να καλύπτει τις μη πληρωμές προς τους συμβούλους, οι οποίοι τότε θα μπορούσαν να προσφύγουν στο Υπουργείο Εργασίας των ΗΠΑ, αντί να πρέπει να καταθέσουν μήνυση στο δικαστήριο μικροδιαφορών. Κάτι τέτοιο θα εξίσωνε τους όρους του παιχνιδιού, μεταφέροντας το βάρος της απόδειξης από τον ελεύθερο επαγγελματία στην εταιρεία που κατηγορείται για μη καταβολή οφειλών. Επιπλέον, καλό θα ήταν να ενθαρρύνουμε τις πόλεις να αναθεωρήσουν τη φορολόγηση των επιχειρήσεων μη ανώνυμης εταιρικής μορφής, τουλάχιστον για το πρώτο χρονικό διάστημα. Η Noelle Stary και εκατομμύρια άλλοι αυτοαπασχολούμενοι δεν θα έπρεπε να αγωνίζονται τόσο σκληρά στη νέα οικονομία. Σήμερα αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, κάτι που φαίνεται ότι θα συνεχιστεί και τις ερχόμενες δεκαετίες. Η στήριξή τους θα τονώσει την οικονομία και θα διευκολύνει την ανάκαμψη, ενώ παράλληλα μπορεί να αναπτυχθούν σε υγιείς μικρούς εργοδότες, δημιουργώντας έτσι περισσότερες θέσεις εργασίας. Ο Richard Greenwald είναι κοσμήτορας και καθηγητής ιστορίας και κοινωνικών επιστημών στο St. Joseph΄s College, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Το επόμενο βιβλίο του τιτλοφορείται The Death of 9-5: Permanent Freelancers, Empty Offices and the New Way America Works (Bloomsbury, 2012). |
Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011
ΗΠΑ: Τρόποι χειρισμού του κόστους των επιχειρήσεων
Της Monica Mehta
Είτε χτίζεις, είτε μαγειρεύεις, είτε μεταφέρεις, είτε εισάγεις, οι πιθανότητες λένε πως το κόστος της επιχείρησής σου αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία δύο χρόνια. Ακόμη και οι επιχειρηματίες του διαδικτύου σηκώνουν το βάρος του ασθενέστερου δολαρίου. "Επεκτείνοντας τη δραστηριότητά μας, ώστε να καλύπτουμε ξενοδοχεία της Ευρώπης, εμείς πληρώνουμε σε ευρώ και λίρες, αλλά τα κέρδη μας είναι σε δολάρια», λέει η Elie Seidman, διευθύνουσα σύμβουλος της Oyster.com, ιστοσελίδας αναζήτησης και κρατήσεων δωματίων ξενοδοχείων. Ενώ οι τιμές των εμπορευμάτων αυξάνονται κατά διψήφιο ποσοστό και το δολάριο υποχωρεί, οι ιδιοκτήτες των αμερικανικών επιχειρήσεων όλων των κλάδων πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα. Η μετακύλιση του υψηλότερου κόστους στους καταναλωτές με τις «σφιχτές τσέπες» λόγω της Μεγάλης Ύφεσης είναι δύσκολη υπόθεση. Με την τιμή του φυσικού αερίου γύρω στα 4 δολάρια ανά γαλόνι, που αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 25% από το 2010, όσο περισσότερα ξοδεύουν οι καταναλωτές εκεί, τόσο λιγότερα διαθέτουν για είδη που δεν είναι πρώτης ανάγκης. «Η ζήτηση των καταναλωτών είναι ελαστική στη μεταβολή των τιμών, γιατί έτσι αναγκάστηκαν να συμπεριφέρονται τα τελευταία χρόνια», σχολιάζει η Lisa Mayock, συν-ιδρυτής της εταιρείας γυναικείας μόδας Vena Cava στη Νέα Υόρκη. «Δεν μπορούμε να αυξάνουμε τις τιμές και να περιμένουμε απλά ο πελάτης να το δεχτεί." Αναζητάτε ιδέες για την προστασία των περιθωρίων κέρδους στη δική σας επιχείρηση; Ακολουθούν πέντε στρατηγικές που εφαρμόστηκαν με επιτυχία από αμερικανικές επιχειρήσεις από όλη τη χώρα. 1. Χρησιμοποιείστε φιλικές τιμές γνωριμίας. Εάν δεν μπορείτε να αποφύγετε την αύξηση των τιμών, αμβλύνετε τις επιπτώσεις, με την εισαγωγή νέων, φθηνών προϊόντων. Τον Ιούλιο του 2009, η Mayock και η συνιδρυτής Sophie Buhai παρουσίασαν υπό το brand Viva Vena Cava, μια νέα γραμμή φορεμάτων από υφάσματα χαμηλότερου κόστους, συμπεριλαμβανομένου του jersey, τα οποία συνδύασαν με πιο απλά στυλ ντυσίματος. "Διατηρώντας ένα εύρος τιμών εξασφαλίζεις ότι δεν θα αποκλείσεις κανέναν πελάτη από τα προϊόντα σου», λέει η Mayock. Οι πωλήσεις της εταιρείας αναρριχήθηκαν 10% μετά την εισαγωγή της νέας σειράς ρούχων. 2. Αλλάξτε τον τόπο παραγωγής. Περιορίστε τον αντίκτυπο από το αυξανόμενο κόστος μεταφοράς, μεταφέροντας την παραγωγή πιο κοντά στους πελάτες. Η SOL, κατασκευάστρια φωτιστικών με ηλιακή ενέργεια, εισάγει τα εξαρτήματά της από την Κίνα για να κατασκευάσει φωτιστικά στη Φλόριντα –και να μεταφέρει τα μισά από αυτά σε πελάτες του εξωτερικού. Προκειμένου να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις από την άνοδο των τιμών χαλκού και τις ανατιμήσεις καυσίμων, η εταιρεία βρίσκεται στη διαδικασία δημιουργίας μονάδων παραγωγής στην Αφρική και την Κίνα. "Θα είναι πολύ πιο αποτελεσματικό να μεταφέρουμε εξαρτήματα από όλο τον κόσμο σε εργοστάσια που βρίσκονται πιο κοντά στους πελάτες μας στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή», λέει ο διευθύνων σύμβουλος Michael Sonnenfeldt. 3. Προσαρμόστε τα προϊόντα σας. Στους κλάδους όπου υπάρχει μικρή ανοχή στις αυξήσεις των τιμών, η τροποποίηση των προσφορών, μπορεί να βοηθήσει στην οικοδόμηση της εμπιστοσύνης των πελατών. Παρά το γεγονός ότι το κόστος των τροφίμων του αυξήθηκε 20%, το “Kiran΄s”, ένα πολυτελές εστιατόριο του Χιούστον, μείωσε το κόστος των prix-fixe γευμάτων, χωρίς να ελαττώσει το μέγεθος των μερίδων. «Οι εποχικές αλλαγές στο μενού σου παρέχουν την απαιτούμενη ευελιξία για να αποκλείσεις συστατικά με υψηλό κόστος, ενώ η πολύπλευρη εκπαίδευση των εργαζομένων μειώνει τις δαπάνες μισθοδοσίας», λέει ο Kiran Verma, ιδιοκτήτης και σεφ του εστιατορίου. 4. Βεβαιωθείτε ότι το προϊόν σας ξεχωρίζει. Προσφέροντας μοναδικότητα, οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, μπορούν να αυξήσουν τις τιμές τους παρά τις πιέσεις. Η μαύρη σοκολάτα και τα φρούτα που προσφέρει η Kopali Organics στο Μαϊάμι προέρχονται από ανεξάρτητους παραγωγούς της Κεντρικής Αμερικής. Η διαφήμιση των αειφόρων μεθόδων καλλιέργειας που χρησιμοποιούν οι αγρότες της, διαφοροποιούν την Kopali και «μονώνουν» την επιχειρηματικής της δραστηριότητα. Τα έσοδα της έχουν αυξηθεί 50% σε σχέση με πέρυσι, λέει η πρόεδρος Jacqueline Holmes. Ομοίως, η Capital Builders & Designers αντιδρά στην αύξηση κατά 10% της τιμής του χάλυβα και του τσιμέντου, πουλώντας σπίτια που είναι εξοπλισμένα με τις λεγόμενες έξυπνες τεχνολογίες. H Nina Magon, πρόεδρος της κατασκευαστικής εταιρείας του Χιούστον, λέει ότι αγνοούσε τα τεχνολογικά τρικ όταν οι εποχές ήταν καλύτερες, αλλά σήμερα στοιχηματίζει πως είναι αυτά που θα ξεχωρίσουν τα σπίτια της. 5. Πουλήστε στο εξωτερικό. Το πτωτικό δολάριο καθιστά τα αγαθά των ΗΠΑ πιο ελκυστικά στο εξωτερικό. Κάντε hedging έναντι του συναλλαγματικού κινδύνου μέσω της αναζήτησης περισσότερων πελατών στις αγορές του εξωτερικού. Με τους προϋπολογισμούς στον κλάδο του broadcasting να είναι ιδιαίτερα σφιχτοί στις ΗΠΑ τους τελευταίους 24 μήνες, η Weather Central, δημιουργός γραφικών και πάροχος προβλέψεων για τα δελτία καιρού στην τηλεόραση, βελτίωσε σημαντικά τα μεγέθη της πουλώντας τις υπηρεσίες της στο εξωτερικός -ιδίως στην Κίνα, όπου οι προϋπολογισμοί της τεχνολογίας για τα δελτία καιρού αυξάνονται συνεχώς, λέει ο Bill Baker, πρόεδρος της εταιρείας. Η Monica Mehta είναι managing principal της επενδυτικής Seventh Capital στη Νέα Υόρκη. Έχει παράσχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σε εκατοντάδες μικρές επιχειρήσεις τα τελευταία 15 χρόνια. |
Τρίτη 24 Μαΐου 2011
Οι επιπτώσεις μιας ελληνικής χρεοκοπίας
Μια ελληνική χρεοκοπία θα ήταν απίστευτα αποσταθεροποιητική και θα είχε επιπτώσεις στη πιστοληπτική ικανότητα των εκδοτών σε ολόκληρη την Ευρώπη, τόνισε ο Wilson.
Αυτό θα οδηγήσει σε εξαιρετικά μεγαλύτερη πόλωση της πιστοληπτικής ικανότητας και της πιστοληπτικής αξιολόγησης μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης, με τις ισχυρότερες χώρες να διατηρούν πολύ υψηλές αξιολογήσεις και τις ασθενέστερες χώρες να αγωνίζονται να παραμείνουν στην επενδυτική κατηγορία, συμπλήρωσε.
Αμέσως μετά από μια οποιασδήποτε μορφής χρεοκοπία της Ελλάδας, οι αγορές θα στρέψουν το ενδιαφέρον τους στην Ιρλανδία και τη Πορτογαλία, δυο ακόμα χώρες που έχουν λάβει βοήθεια διάσωσης από την ΕΕ και το ΔΝΤ.
Δυνητικά η Πορτογαλία και η Ιρλανδία θα μπορούσαν να βρεθούν στη κατηγορία junk, εάν η Ελλάδα πτωχεύσει αφού θα υπάρξουν υποβαθμίσεις πολλαπλών επιπέδων για τις ασθενέστερες χώρες. Όσον αφορά το Βέλγιο, την Ισπανία και την Ιταλία δε βρίσκονται στην ίδια κατηγορία με την Ιρλανδία και τη Πορτογαλία, αλλά θα μπορούσε να τους ασκηθεί τρομακτική πίεση από τις αγορές και να βρεθούν αντιμέτωπες με υποβαθμίσεις, σύμφωνα με το Wilson.
Η Ισπανία δεν είναι στην ίδια κατάσταση με τη Πορτογαλία αλλά ακόμα και οι ελαφρώς ισχυρότερες χώρες της ευρωζώνης θα βρίσκονταν υπό τη πίεση των αγορών και θα αντιμετώπιζαν το κίνδυνο υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Όσον αφορά την πιθανότητα που έχει η Ελλάδα να χρεοκοπήσει, αρνήθηκε να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο.
Πηγή: cnbc.com
Τετάρτη 18 Μαΐου 2011
Μερίσματα αλά... ασιατικά
Του David Bogoslaw
Το κυνήγι των αποδόσεων οδηγεί τους επενδυτές προς μετοχές που πληρώνουν μέρισμα – και μερικές από τις πιο γενναιόδωρες αποδόσεις εντοπίζονται στην Ασία, όπου οι τιμές των μετοχών είναι από τις φθηνότερες του κόσμου. Ενώ τα περισσότερα διεθνή mutual funds που επενδύουν σε μερίσματα έχουν τις μεγαλύτερες τοποθετήσεις στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, λίγα εξ αυτών έχουν αυξημένη έκθεση στην Ασία. Η κύρια αιτία για αυτό είναι ότι οι Αμερικανοί επενδυτές τείνουν να συσχετίζουν τις ασιατικές εταιρείες με την ταχεία ανάπτυξη, πιστεύοντας ότι τα κέρδη επανεπενδύονται στις επιχειρήσεις αυτές εις βάρος των μερισμάτων, όπως αντίστοιχα συμβαίνει στις ΗΠΑ με τους τεχνολογικούς κολοσσούς Apple (AAPL) και Google (GOOG). Αλλά αυτή η συμβατική γνώση δεν είναι απόλυτα ακριβής, σύμφωνα με ορισμένους διαχειριστές χαρτοφυλακίων. «Αν κοιτάξετε στο παρελθόν θα δείτε ότι παραδοσιακά η Ασία χαρίζει αποδόσεις κατά 75 έως 100 μονάδες βάσης υψηλότερες από τις ΗΠΑ. Άρα αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο», λέει ο Jesper Madsen, ανώτατο διευθυντικό στελέχος του Matthews Asia Dividend Fund (MAPIX) στο Σαν Φρανσίσκο που διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους 2,3 δισ. δολαρίων. «Φαίνεται πως η αγορά δεν έχει εκτιμήσει πλήρως το γεγονός ότι η Ασία προσφέρει αποδόσεις που συνοδεύονται ταυτόχρονα από υψηλότερους αναπτυξιακούς ρυθμούς». Είναι λογικό οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος των χωρών της Ασίας και οι ροές κεφαλαίων στην περιοχή να αντανακλώνται στους ρυθμούς ανάπτυξης των μερισμάτων για το σύνολο της περιοχής, λέει ο Madsen. Σε μια μελέτη που εκπονήθηκε το φθινόπωρο του 2010, λέει ο Madsen, διαπιστώθηκε ότι το συνολικό ύψος των μερισμάτων των μετοχών του δείκτη MSCI Asia Pacific αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 16% την περίοδο 2002 - 2009, σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό αύξησης 6% για τον αμερικανικό δείκτη S&P 500. Στοιχεία του Bloomberg για την ίδια περίοδο δείχνουν ότι ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης των μερισμάτων ήταν υψηλότερος στην Ασία από ό,τι στις ΗΠΑ ή την Ευρώπη, χωρίς ωστόσο η διαφορά να είναι δραματική. Ανάπτυξη και Απόδοση Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των μερισμάτων του MSCI Asia Pacific Index διαμορφώθηκε στο 7,23%, έναντι 4,85% για τον S&P 500 και 4,83% για τον MSCI EAFE Index, ο οποίος περιλαμβάνει εταιρείες από όλη την Ευρώπη, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg. «Αυτό αντιτίθεται στη βασική αντίληψη των ανθρώπων για τι είναι η επένδυση», λέει ο Madsen. «Έχουν διδαχθεί ότι αν επιθυμείς ανάπτυξη, πρέπει να θυσιάσεις την απόδοση. Αλλά έχουμε δει επιχειρήσεις [στην Ασία] να πετυχαίνουν και τα δύο». Πράγματι, η αξία των μερισμάτων που καταβλήθηκαν από τις 1.022 εταιρείες του δείκτη MSCI Asia Pacific ανήλθε σε περίπου 200 δισ. δολάρια το 2010, αντίστοιχη με αυτή του S&P 500, δηλώνει ο Madsen. Η S&P ανακοίνωσε ότι οι 500 εταιρείες του δείκτη πλήρωσαν συνολικό μέρισμα 205,3 δισ. δολαρίων το περασμένο έτος. «Αυτό καταδεικνύει ότι πρόκειται για μια αγορά που βρίσκεται ήδη εκεί», λέει ο Madsen. «Είναι παρούσα, και διατίθεται προς άντληση κεφαλαίων». Ένα άλλο ψυχολογικό εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουν οι επενδυτές είναι η πεποίθηση ότι οι ασιατικές επιχειρήσεις φέρουν μεγαλύτερο κίνδυνο, είτε λόγω της χαμηλότερης ρευστότητας συναλλαγών σε σχέση με τις καθιερωμένες εταιρείες της Δύσης, είτε λόγω μιας πιο περιορισμένης διαφάνειας στην εταιρική διακυβέρνηση, ή λόγω της αβεβαιότητας που επικρατεί σε ό,τι αφορά τη μεταχείριση των μετόχων μειοψηφίας. Ο James Weir, διευθυντικό στέλεχος του Guinness Atkinson Asia Pacific Dividend Fund (GAADX), χαρακτηρίζει υπερβολικές αυτές τις ανησυχίες. Οι επενδυτές έχουν μεγαλύτερο λόγο να ανησυχούν για τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων στην Ευρώπη παρά στην Ασία, όπου τα επίπεδα χρέους παρακολουθούνται στενά μετά τη νομισματική κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Ο Weir πιστεύει για παράδειγμα, ότι μία εταιρεία τηλεπικοινωνιών με ισχυρή κεφαλαιοποίηση στη Μαλαισία αποτελεί καλύτερη επιλογή για τους επενδυτές από μία αντίστοιχη εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο επικαλούμενος τη φθηνότερη αποτίμηση της μετοχής, τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης κερδοφορίας, καθώς και τη μεγαλύτερη μερισματική απόδοση, που κυμαίνεται συνήθως σε ποσοστά λίγο πάνω ή κάτω από 10%. Για να είμαστε ωστόσο σίγουροι, οι επενδυτές θα πρέπει να έχουν επίγνωση της επίδρασης των συναλλαγματικών ισοτιμιών, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν μεγάλη διακύμανση στα μελλοντικά μερίσματα. Παρόλο που –σε αντίθεση με την Ευρώπη- η Ασία στερείται ενός ενιαίου νομίσματος και που ορισμένα τοπικά νομίσματα, όπως η ρουπία της Ινδονησίας, δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα κατά τη διάρκεια της ασιατικής νομισματικής κρίσης στη δεκαετία του ΄90, οι μεγάλες εισροές κεφαλαίων στις χώρες της Ασίας έχουν ασκήσει πιέσεις ανατίμησης σε πολλά ασιατικά νομίσματα, ενισχύοντας τις συνολικές αποδόσεις για τους επενδυτές, λέει ο Weir, ο οποίος εργάζεται στο Λονδίνο. Οι επενδυτές θα οφείλουν επίσης φόρους για τα ADR που κατέχουν, αλλά αυτοί θα μπορούν να αντισταθμιστούν μέσω της φορολογικής έκπτωσης αλλοδαπών, όταν υποβάλουν τις φορολογικές τους δηλώσεις, σύμφωνα με The Little Book of Big Dividends του οικονομικού συμβούλου Charles B. Carlson, συντάκτη του περιοδικού DRIP Investors. Οι επενδυτές θα πρέπει επίσης να προσέχουν τους κινδύνους της πληθωριστικής νομισματικής πολιτικής, η οποία μειώνει την αξία του τοπικού νομίσματος στο οποίο καταβάλλεται το μέρισμα, την επίδραση των μεταβολών στις τιμές των εμπορευμάτων σε χώρες που εξαρτώνται από αυτά αλλά και τους πολιτικούς κινδύνους, προειδοποιεί ο Carlson. Οι ώριμες εταιρείες τηλεπικοινωνιών Ο Dan Peris, διευθυντικό στέλεχος του Federated International Strategic Value Dividend Fund (IVFAX) και συγγραφέας του The Strategic Dividend Investor, ενός βιβλίου που δημοσιεύθηκε το Μάρτιο, παρατηρεί ότι δεν υπάρχουν πολλές εισηγμένες εταιρείες στην Ασία, αρκετά ώριμες για να είναι σε θέση να καταβάλουν ένα μεγάλο ποσοστό των κερδών τους με τη μορφή μερισμάτων. Ο ίδιος θεωρεί ότι οι εταιρείες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών αποτελούν φωτεινή εξαίρεση και επισημαίνει ότι οι εταιρείες στη Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και την Ταϊβάν έχουν δυνατότητα για μεγαλύτερα μερίσματα χάρις στις ώριμες, καλά οργανωμένες αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται. Ίσως τελικά ο μόνος τρόπος για να γίνουν πιο δεκτικοί οι επενδυτές της Δύσης απέναντι στις ασιατικές μετοχές, είναι να τους βοηθήσει κάποιος να καταλάβουν την πραγματική σημασία της αλλαγής που συντελείται στους μοχλούς της οικονομικής ανάπτυξης, λέει ο David Nadel, διευθυντικό στέλεχος του Royce Global Dividend Value Service Fund (RGVDX), που συστάθηκε το Δεκέμβριο. «Ο μέσος επενδυτής σας βλέπει τις αναδυομένες αγορές και την παγκοσμιοποίηση ως μόδα του μήνα. Εμείς πιστεύουμε ότι αυτή είναι η μόδα της δεκαετίας ή και περισσότερο», δηλώνει. «Αυτή η έννοια της κατανάλωσης των αναδυόμενων αγορών που οδηγεί την παγκόσμια οικονομία και ουσιαστικά εκτοπίζει την κατανάλωση των ΗΠΑ – νομίζω είναι η πιο σημαντική επενδυτική παράμετρος της ερχόμενης δεκαετίας». Αυτή τη στιγμή, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις προσφέρουν την υψηλότερη μέση μερισματική απόδοση – 3,3% βάσει στοιχείων έως τις 29 Απριλίου – σε σύγκριση με 1,8% στις ΗΠΑ και 2,4% στην περιοχή Ασία – Ειρηνικού (2,7% με εξαίρεση της Ιαπωνίας), σύμφωνα με το MSCI. Κατά την πενταετία έως την 29η Απριλίου, η απόδοση της Ευρώπης διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 3,55%, έναντι 2,07% για τις ΗΠΑ και 2,36% για την περιοχή Ασία - Ειρηνικού (3,02% χωρίς την Ιαπωνία). Αλλά και το outlook για τη μερισματική απόδοση το επόμενο έτος είναι καλύτερο στην περίπτωση της Ασίας. Η μέση εκτιμώμενη 12μηνη απόδοση για τον δείκτη MSCI Asia Pacific είναι 2,61%, ποσοστό υψηλότερο από την πρόβλεψη 2,05% για τον δείκτη S&P 500, αλλά λιγότερο εντυπωσιακό από το 3,46% που προβλέπεται για το δείκτη MSCI EAFE, σύμφωνα με το Bloomberg. Αντίθετα οι εκτιμώμενοι ρυθμοι ανάπτυξης των μερισμάτων των δεικτών S&P 500 και EAFE για τα επόμενα τρία έτη – 9,51% και 10 % αντίστοιχα – ξεπερνούν κατά πολύ το 5,01% που προβλέπεται για τον Asia Pacific Index στο ίδιο διάστημα. Τάσεις Κερδοφορίας Οι τάσεις των εταιρικών κερδών στην Ασία, αποτελούν με τη σειρά τους καλό οιωνό για τη μελλοντική ανάπτυξη των μερισμάτων. «Γενικά μιλώντας, θεωρούμε πως η Ασία θα δει τα κέρδη της να αυξάνονται ταχύτερα από ό,τι του S&P 500», ανέφερε ο Weir της Guinness Atkinson. «Και αν (οι εταιρείες εκεί αποδίδουν μερίσματα ως ποσοστό των καθαρών κερδών τους, είναι λογικό οι μερισματικές αποδόσεις να αυξάνονται ταχύτερα στην Ασία». Ο Nadel λέει ότι το νέο fund επένδυσης μερισμάτων της Royce δεν δυσκολεύεται να εντοπίσει ασιατικές μετοχές με ελκυστικές μερισματικές αποδόσεις. Το fund έχει επενδύσει περίπου το ένα τρίτο των κεφαλαίων του σε μετοχές Ασίας, ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με το 35% που έχει τοποθετηθεί στην Ευρώπη, αλλά υπερτριπλάσιο σε σχέση με το 10% που έχει επενδυθεί στη Βόρεια Αμερική. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Nadel λέει ότι κατανοεί τις ανησυχίες των επενδυτών για την περιοχή. Παραδέχεται πως θα προτιμούσε να αποκτήσει έκθεση στην Ασία, μέσω μιας ευρωπαϊκής εταιρείας με ιστορία 200 ετών, της οποίας η ανάπτυξη των πρόσφατων ετών έχει προέλθει κυρίως από την ανάπτυξη της δραστηριότηταςστην περιοχή παρά μέσω μιας τοπικής εταιρείας. «Η Ιαπωνία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανεπτυγμένης αγοράς, που αποκτά ολοένα περισσότερους παίκτες στην αναδυόμενη Ασία», λέει. Ο Weir πιστεύει ότι οι ασιατικές εταιρείες είναι σε θέση να προσφέρουν ακόμη μεγαλύτερες μερισματικές αποδόσεις τα προσεχή έτη, χάρις σε τρεις κυρίαρχες τάσεις: τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη της κερδοφορίας, την ανατίμηση των νομισμάτων έναντι του δολαρίου, και την ωρίμαση των επιχειρήσεων των οποίων οι διευθυντές αντιλαμβάνονται όλο και περισσότερο τα οφέλη από την καταβολή μερισμάτων. Όλα αυτά, λέει ο Weir, μπορούν να προσφέρουν αποδόσεις και μερισματική ανάπτυξη, «που μάλλον δεν μπορείς να βρεις αλλού». Ο Bogoslaw είναι δημοσιογράφος του Finance Channel του Bloomberg BusinessWeek |
Σάββατο 14 Μαΐου 2011
Η αυτοκαταστροφική πολιτική της Κίνας
Του John Lee
Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας αναρριχήθηκε τον Απρίλιο στα 11,4 δισ. δολάρια, τετραπλάσιο σε σχέση με τις εκτιμήσεις των οικονομολόγων, ενώ το πλεόνασμα της χώρας στις εμπορικές συναλλαγές με τις ΗΠΑ διευρύνθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από το Νοέμβριο. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Timothy Geithner καλεί επανειλημμένως το Πεκίνο να επισπεύσει την ανατίμηση του γουάν στο πλαίσιο του εν εξελίξει Στρατηγικού και Οικονομικού Διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών. Παρά το γεγονός ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν εκφράσει την ελπίδα πως οι Κινέζοι ομόλογοι τους είναι πλέον πιο ελαστικοί σε αυτό το θέμα, στην πραγματικότητα δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Η Κίνα δεν θα κάνει τίποτα περισσότερο από πολύ αργά βήματα στην κατεύθυνση ανατίμησης της αξίας του γουάν έναντι του δολαρίου. Μπορεί να φαίνεται σαν το Πεκίνο να προσπαθεί να πάει κόντρα στα καταπιεστικά σχέδια των ΗΠΑ για το νόμισμα, στην πραγματικότητα όμως η κινεζική ακαμψία δεν έχει τόσο να κάνει με την αντίσταση κατά των Αμερικανών αλλά περισσότερο με την αντίληψη του Πεκίνου για το τι συμφέρει καλύτερα το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (KKK). To ΚΚΚ ακολουθεί αυστηρή γραμμή πολιτικής ακόμη και εάν η παρεμπόδιση της αύξησης της τιμής του νομίσματος δεν είναι ό,τι καλύτερο για την οικονομία της Κίνας. Κινέζοι οικονομολόγοι του ιδιωτικού κλάδου ισχυρίζονται από καιρό πως η ανατίμηση του γουάν συνάδει με το μακροπρόθεσμο συμφέρον της χώρας. Όπως οι ίδιοι προειδοποιούν, η μη ισορροπημένη κινεζική οικονομία εξαρτάται υπέρ του δέοντος από τις εγχώρια χρηματοδοτούμενες επενδύσεις σταθερού εισοδήματος και τις εξαγωγές για να αναπτυχθεί και όχι όσο πρέπει από την τοπική κατανάλωση. Η χώρα εισάγει περίπου τα μισά από τα βασικά καταναλωτικά αγαθά καθώς και τα καύσιμα. Αλλά με το ρυθμό πληθωρισμού στο 5,4%, ακόμη και τα κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν πως ένα ισχυρότερο γουάν θα βοηθούσε στη συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων. Όμως, ενώ ο ρόλος των κορυφαίων οικονομολόγων της Κίνας είναι να επισημάνουν τις διαρθρωτικές στρεβλώσεις στο οικονομικό μοντέλο και να προτείνουν λύσεις, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής του Πεκίνου θέτουν μία βασική προτεραιότητα: να παραμείνουν στην εξουσία. Σίγουρα, ο πληθωρισμός είναι πάνω από το επιθυμητό εύρος του 3-4%, αλλά δεν βρίσκεται εκτός ελέγχου. Όταν τίθεται ζήτημα διατήρησης της πολιτικής εξουσίας στο απολυταρχικό καθεστώς της Κίνας, η διατήρηση των θέσεων απασχόλησης στις αστικές περιοχές αποτελεί πιο «καυτό» θέμα από τον έλεγχο τιμών και την μακροοικονομική εξισορρόπηση. Σημαντική συρρίκνωση των θέσεων εργασίας Πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημα στην αγορά απασχόλησης της Κίνας; Παρά το γεγονός ότι το ποσοστό ανεργίας φτάνει στο σεβαστό επίπεδο του 4-5%, τα στοιχεία αφορούν λιγότερο από το 1/10 του εργατικού δυναμικού που ξεπερνά τα 700 εκατ. άτομα. Αξιωματούχοι των τοπικών κοινοτήτων συχνά παραδέχονται πως η ανεργία δεν αποκλείεται να είναι υπερδιπλάσια σε σχέση με τα επίσημα στοιχεία που ανακοινώνονται στις επαρχίες τους. Η Κίνα εκτιμάται ότι απώλεσε περίπου 40 εκατ. θέσεις εργασίας που σχετίζονται με τις εξαγωγές τους πρώτους μήνες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και ήταν ο κύριος λόγος που το Πεκίνο διέκοψε απότομα την άνοδο που κατέγραφε το γουάν έναντι του δολαρίου στο διάστημα 2005-2008 (+21%).
Επιπλέον, ένα stress test σε περισσότερους από 1.000 εξαγωγείς στο πρώτο τρίμηνο του 2010 κατέδειξε ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις λειτουργούσαν με περιθώριο 4% ή και λιγότερο. Παρά τη γενική υποψία ότι πολλοί Κινέζοι εξαγωγείς δηλώνουν στο τελωνείο μικρότερο κόστος για τα αγαθά από το πραγματικό, με στόχο να μεγεθύνουν τη οικονομική δυσκολία που αντιμετωπίζουν και να κερδίσουν επιδοτήσεις και φοροελαφρύνσεις, είναι γεγονός ότι δέχονται πιέσεις από τις μισθολογικές αυξήσεις της τάξης του 10-20% σε πολλούς εξαγωγικούς κλάδους.
Ο στόχος της προστασίας του εξαγωγικού μεταποιητικού κλάδου είναι εν μέρει να αντισταθμίσει τα διογκούμενα προβλήματα του αναπτυξιακού μοντέλου της κινεζικής κυβέρνησης αναφορικά με την αναποτελεσματική δημιουργία θέσεων απασχόλησης.
Μιλώντας για οικονομική ανάπτυξη, η Κίνα έχει μετατραπεί από μία προσανατολισμένη στις εξαγωγές οικονομία σε μια εσωτερικά χρηματοδοτούμενη οικονομία που εξαρτάται από τις επενδύσεις σταθερού εισοδήματος. Την τελευταία δεκαετία οι επενδύσεις αυτές ήταν υπεύθυνες για τη μισή σχεδόν ανάπτυξη του ΑΕΠ της χώρας, αναλογώντας μάλιστα στο 90% της ανάπτυξης του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2010, προτού υποχωρήσουν στο 50-55% σήμερα. Κανονικά, περίπου τα τρία τέταρτα του συνόλου των τραπεζικών δανείων χορηγούνται σε κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις και ένα ολοένα αυξανόμενο τμήμα αυτών διοχετεύεται σε τοπικές κρατικές επιχειρήσεις. Ο νευραλγικός τομέας των εξαγωγών Ενώ ο δημόσιος τομέας της Κίνας επεκτάθηκε από το 2008 και μετά, ο ιδιωτικός τομέας έχει στην πραγματικότητα συρρικνωθεί τόσο σε σχετικούς όσο και σε απόλυτους όρους. Αυτό είναι σημαντικό δεδομένου ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι δύο έως τρεις φορές πιο αποτελεσματικές στη δημιουργία θέσεων εργασίας (όσον αφορά τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται ανά μονάδα επενδυμένου κεφαλαίου) σε σχέση με τις κρατικές, με τον εξαγωγικό μεταποιητικό κλάδο να αποτελεί εξαίρεση. Το ΚΚΚ απλά δεν μπορεί να επιτρέψει στον εξαγωγικό κλάδο, ο οποίος απασχολεί μεταξύ 150 και 200 εκατ. ατόμων, να συρρικνωθεί. Υπάρχει άλλος ένας λόγος προστασίας του σχετικά δυναμικού εξαγωγικού κλάδου. Εκτιμάται ότι τα δύο τρίτα των νέων απόφοιτων κολλεγίων δεν μπορούν να βρουν εργασία ανάλογη με τα προσόντα τους εντός διαστήματος 12 μηνών από την αποφοίτηση. Οι καλύτερες θέσεις εργασίας εντοπίζονται στην κυβέρνηση, σε κρατικές επιχειρήσεις, ή στον τομέα των εξαγωγών. Με τα δύο πρώτα να είναι ιδιαίτερα αναποτελεσματικά στη δημιουργία θέσεων εργασίας, το Πεκίνο δεν θέλει να εμποδίσει το τελευταίο.
Η καθυστέρηση της αναπόφευκτης κατά τους οικονομολόγους ανατίμησης του γουάν φέρνει απλώς περισσότερο ζεστό χρήμα απ’ έξω, καθιστώντας δυσκολότερο τον έλεγχο του πληθωρισμού. Το πρόβλημα θα μπορούσε ενδεχομένως να παρακαμφθεί με μια ξαφνική, μεγάλου μεγέθους, εφάπαξ ανατίμηση του γουάν έναντι του δολαρίου- σε ποσοστό 10%, για παράδειγμα. Αλλά το Πεκίνο θα κρίνει τον άμεσο αντίκτυπο στον τομέα των εξαγωγών ως μη αποδεκτό.
Για τους Κινέζους οικονομολόγους, η πιο αποτελεσματική διατήρηση των θέσεων εργασίας και η βελτίωση της δημιουργίας νέων μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της αναμόρφωσης του συστήματος προς όφελος του πιο δυναμκού ιδιωτικού τομέα. Με αυτό τον τόπο η Κίνα θα εξαρτάται σε μικρότερο βαθμό από τον εξαγωγικό τομέα για τη διατήρηση της απασχόλησης. Αυτό όμως θα σήμαινε παράλληλα ότι το ΚΚΚ θα έχανε μέρος της οικονομικής του και τελικά πολιτικής του επιρροής. Και σε μια χώρα όπου σημειώθηκαν κατ ΄εκτίμηση 124.000 περιστατικά μαζικής αναταραχής το 2009 -αν και κυρίως σε αγροτικές περιοχές-αυτή είναι η λιγότερο πιθανή επιλογή.
Ο John Lee είναι συνεργάτης ερευνητής στο Κέντρο Ανεξάρτητων Μελετών στο Σίδνεϊ και στο Ινστιτούτο Hudson στην Ουάσιγκτον DC. Είναι συγγραφέας του βιβλίου "Will China Fail?" |
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
